βαρύσταθμος
βαρύσταθμος, weighing heavy
βᾰρῠ-σταθμος, ον,
- weighing heavy, Ar. Ra. 1397, Canthar. 2, Arist. EN 1142a22; νόμισμα Plu. Lys. 17.
muy pesado
ἕτερον ... ζήτει τι τῶν βαρυστάθμων
πράγματα
ὕδατα
νόμισμα
• neutr. subst. τὸ βαρύσταθμον la pesadez
τοῦ πεπέρεως
βαρύ·σταθμος, ος, ον [βᾰᾰθ] qui pèse lourdement, lourd, pesant, Ar. Ran. 1397.
Étym. β. στάθμη.
βαρύσταθμος, schwer wiegend, Ar. Ran. 1393 ; ὕδατα Arist. Eth. 6.8 ; νόμισμα Plut. Lys. 17.
βαρύσταθμος
- weighing heavy, Ar.