βιοθανασία
βῐο-θᾰνᾰσία,
- = βιαιοθανασία, Ptol. Tetr. 85.
muerte violenta Ptol.Tetr.2.9.11, Cat.Cod.Astr.7.117; cf.
βιο·θανασία, ας (ἡ) [ᾰνᾰ] mort violente, Ptol. Tetr. 85.
Étym. βία, θάνατος.