βιολογικός
βιολογικός, of a βιολόγος
βῐο-λογικός, ή, όν,
- of a βιολόγος, κωμῳδίαι, = μῖμοι, Suid. s.v. Φιλιστίων.
de costumbres
κωμῳδίαι
e.d. mimos
βιολογικός, of a βιολόγος
de costumbres
κωμῳδίαι
e.d. mimos