Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βλαπτικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βλαισός
Βλαῖσος
βλαισότης
βλαισόω
βλαισώδης
βλαίσωσις
βλαιτόνους
βλακεία
Βλακεία
βλακείας
βλακεννόμιον
βλακεννόμιον τέλος
βλάκευμα
βλακεύς
βλακεύω
βλακία
βλακίας
βλακικός
βλακικῶς
βλακίστατος
βλακότης
βλακώδης
βλάμμα
Βλάνδα
Βλάννων
βλάνος
Βλανῶνα
βλάξ
βλαπτήριος
βλαπτικός
βλαπτικῶς
βλάπτω
βλάσαμον
Βλασίων
βλάσκει
βλασκείας
βλάσκω
Βλάσκων
βλάστα
βλαστάζειν
βλαστάνω
βλασταρίζουσα
βλαστάριον
βλαστάω
βλαστεῖον
βλαστέω
βλάστη
Βλάστη
βλάστημα
βλαστημός
βλαστημοσύνη
βλαστήμων
βλάστησις
βλαστήσω
βλαστητικός
βλαστικός
βλαστοδρεπής
βλαστοκοπέω
βλαστολογέω
βλαστολογία
βλαστόν
…
βλαπτικῶς
Save
Bailly 2024
βλαπτικῶς,
adv.
d’une manière nuisible,
Procl.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}