Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βόες
Bailly 2024
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Βοάσων
βοᾶτις
Βοαύλεια
βοαύλιον
βόαυλον
βόαυλος
βοάω
βόβλιτον
Βοβωνία
Βοβωνιάτης
Βογαδία
Βογάδιον
Βογδομανίς
Βόγης
Βόγος
Βόγχαι
Βόδεγκος
Βοδερία
Βοδόστωρ
Βοδοῦννοι
βοέη
βοεία
βοειακός
βοείδιον
βοείη
βοεικός
βόειος
βόεος
βοεργάζ
Βοές
βόες
βοευδής
βοεύς
Βοζηνός
Βοζιάτα
βοή
βοῆ
βοηγενής
βοήγια
βοηγία
βοηγοί
βοηγός
βοηδόν
Βοηδρία
βοηδρομέω
Βοηδρόμια
βοηδρομία
βοηδρομίη
Βοηδρόμιος
βοηδρόμιος
Βοηδρομιών
βοηδρόμος
βοήθαρχος
βοήθεια
βοηθέω
βοήθημα
βοηθηματικός
βοηθήσιμος
βοήθησις
βοηθητέον
βοηθητέος
…
βόες
Save
Bailly 2024
Grieks Nederlands
βόες,
plur. de
βοῦς
.
βόες
nom. plur.
van
βοῦς.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}