γλυκάνισον Save LSJ DGE γλῠκ-άνισον, τό, = ἄνισον ( = ἄνηθον), Sch. Theoc. 7.63. γλυκάνισον -ου, τό bot. anís Gal.14.564, Sch.Theoc.7.63d, Anecd.Plant.4.18.