γλυκήρατον Save LSJ DGE Bailly 2024 γλῠκήρατον, τό, = γλυκύρριζα, Ps. Dsc. 3.5. γλυκήρατον -ου, τό regaliz Ps.Dsc.3.5. γλυκήρατον, ου (τὸ) [ῠ] autre n. de la plante γλυκύρριζα, Diosc. 3, 5.