γραμμά
γραμμά, goal, finishing point
γραμμά, v. γραμμή.
γραμμά
- 1goal, finishing point ποτὶ γραμμᾷ μὲν αὐτὰν (= Ἀνταίου κούραν) στᾶσε κοσμήσαις, τέλος ἔμμεν ἄκρον P. 9.118