γραῖος
γραῖος, v. γραῖα.
γραῖος, (für γεραιός), ion. γρήϊος, alt ; γρήϊον εἶδος Call. frg.; sonst nur fem. (vgl. γραῖα); σταφυλὴ γραίη, Rosine, Philp. 10 (VI.231); von Sachen, Theocr. 15.19 ; vgl. Rhian. bei Stob. fl. 4.34 (v. 19); ἄλλοτε μὲν γραίῃσι νεωτέρη, ἄλλοτε δʼ αὖτε ὁπλοτέρῃσι γρηῦς ἐφίσταται ἀμπλακίῃσιν.
γραῖος
contr. from γέραιος
- σταφυλὴ γραίη raisins, Anth. [LSJ, DGE see γραῖα]