γρηγορικός
γρηγορικός, wakeful, watchful
γρηγορ-ικός, ή, όν,
- wakeful, watchful, Gloss.
despierto, vigilante, Gloss.3.331, 512.
γρηγορικός, = ἐγρηγορικός, Sp.
γρηγορικός, wakeful, watchful
despierto, vigilante, Gloss.3.331, 512.