διαθηκημιαῖος
διαθηκημιαῖος, testamentary
δια-θηκημιαῖος, α,
- testamentary, Sammelb. 5294 (iii A.D.):—also δια-θηκιμαῖος, PMasp. 15.1.9, al. (vi A.D.).
jur. testamentario
ἀσφάλεια
βούλησις
γράμμα