διαθεσμοθέτησις
διαθεσμοθέτησις, ordinances
διαθεσμοθέτ-ησις, εως, ἡ, in pl.,
- ordinances, Herm. in Phdr. p.149 A.
prescripción, disposición
διαθεσμοθετήσεις καὶ νόμοι
διαθεσμοθέτησις, ordinances
prescripción, disposición
διαθεσμοθετήσεις καὶ νόμοι