διατιτράω
perforar, taladrar
τὰς ναῦς
τοῖχον ... τρήμασιν
μαχαιριδίοις ... τοὺς ἀσκούς
ἡ πόσθη διατιτρᾶται ῥᾳδίως
• fig. de un dolor penetrante, Gal.8.23, cf. en v. pas., Gal.8.81, 83.
*δια·τιτράω-ῶ (seul. prés.) c. le préc. App. Lib. 122.
διατιτράω, (τιτράω), vgl. διατετραίνω, durchbohren, bes. Sp.; App. Pun. 8.122 steht διετίτρη, wie DC. 69.12 διατιτράντες, wie von διατίτρημι.