Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δικάσσατε
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δικάλαμον
δικαμπής
δικαμπίας
δικᾶν
δίκανα
δικανεύομαι
δικανίζω
δικανικός
δίκανον
δικανούς
δίκαρ
δικάρανος
δικάρδιος
δικάρηνος
δίκαρος
δικαρπέω
δίκαρπος
δικαρυτίδα
δίκασα
δικάσημα
δικασία
δικάσιμος
δίκασις
δικασκόποι
δικάσκοπος
δικασμός
δικασπολεῖον
δικασπολέω
δικασπολία
δικασπόλος
δικάσσατε
δικασταγωγία
δικασταγωγός
δικαστεία
δικαστέον
δικαστήρ
δικαστηριακός
δικαστηρίδιον
δικαστήριον
δικαστής
δικαστικός
δικαστικῶς
δικαστορεύω
δικαστός
δικαστοφιλακέω
δικαστοφυλακέω
δικάστρια
δικαστύς
δικασχολέομαι
δικαταληκτέω
δικατάληκτος
δικαταληξία
δικάτωρ
δικαυλέω
δικεῖν
δικέλαδος
δίκελλα
δικελλευτής
δικέλλιον
δικελλίτης
δικελλοειδής
…
δικάσσατε
Save
Bailly 2024
δικάσσατε,
v.
δικάζω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}