Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δικάτωρ
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δίκασις
δικασκόποι
δικάσκοπος
δικασμός
δικασπολεῖον
δικασπολέω
δικασπολία
δικασπόλος
δικάσσατε
δικασταγωγία
δικασταγωγός
δικαστεία
δικαστέον
δικαστήρ
δικαστηριακός
δικαστηρίδιον
δικαστήριον
δικαστής
δικαστικός
δικαστικῶς
δικαστορεύω
δικαστός
δικαστοφιλακέω
δικαστοφυλακέω
δικάστρια
δικαστύς
δικασχολέομαι
δικαταληκτέω
δικατάληκτος
δικαταληξία
δικάτωρ
δικαυλέω
δικεῖν
δικέλαδος
δίκελλα
δικελλευτής
δικέλλιον
δικελλίτης
δικελλοειδής
δίκελλον
δικέντητον
δίκεντρος
δικέντρων
δικέραιος
δίκερας
δικεράτιον
δικέρατος
δίκερκος
δίκερος
δίκερως
δικέρως
Δίκετας
Δικεύς
δικέφαλος
δικέω
δίκη
Δίκη
δικηγορέω
δικηγορία
δικηγορικῶς
δικήγορος
…
δικάτωρ
Save
LSJ
δικάτωρ·
ὁ διπλασίαν τὴν ἀρχὴν ἔχων,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}