δικαστηρίδιον
δικαστηρίδιον, mini-courtroom
δῐκαστ-ηρίδιον [ρῑ], τό, Dim. of sq., Ar. V. 803.
cóm. pequeño tribunal Ar.V.803.
δικαστηρίδιον, ου (τὸ) [ῐκῑδ] petit tribunal, Ar. Vesp. 803.
Étym. dim. du suiv.
δικαστηρίδιον, τό, ein Gerichtshöfchen, Ar. Vesp. 803. Dim. von δικαστήριον.