διοπωπεύς
que vigila, que observa con atención
διοπωπέας τοὺς βασιλεῖς φασίν, ἐπεὶ ἐφεώρων τοὺς ἀρχομένους
διοπωπεύς, ὁ, = δίοπος, EM. und B.A. 237, wo auch das Verbum διοπωπεύω angeführt ist.
que vigila, que observa con atención
διοπωπέας τοὺς βασιλεῖς φασίν, ἐπεὶ ἐφεώρων τοὺς ἀρχομένους