δουριαλής Save LSJ DGE Pape δουρῐ-ᾰλής (-άλης cod.)· αἰχμάλωτος, Hsch. δουριαλής -ές cautivo λαός Gr.Naz.M.37.1259A, cf. 996A. δουριαλής, ές, = αἰχμάλωτος, Hesych.