δούριος
δούριος, α, ον,
- = δούρειος, Ar. Av. 1128.
δούριος, α, ον, c. δούρειος, Ar. Av. 1128 ; Anth. 11, 259 ; Ath. 610c, etc.
δούριος, poet. = δούρειος ; ἵππος Ar. Av. 1128 ; Lucill. 95 (XI.259); auch Dion.Hal. 1.46.