δουρικμής Save LSJ DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands δουρι-κμής, δουρί-κτητος, δουρί-ληπτος, δουρι-μανής, δουρί-μαχος, Ion. for δορι-. δουρῐκμής -ῆτος rendido por la lanza λαός A.Ch.365. δουρι·κμής, v. *δορικμής. δουρικμής -ῆτος [δόρυ, κάμνω] door de speer gedood.