δριμύσσω
δριμύσσω, cause to smart
- cause to smart, ὀφθαλμούς Alex.Trall.2:—Pass., οἱ δριμυττόμενοι τὰ βλέφαρα Aët. 7.15.
- II treat severely, Eust. 201.23; δριμύξεται τὰ ἐναγώνια Lib. Decl. 43 Intr. 4.
I
1 intr. resultar picante c. ac. de rel.
ἄμωμον ... δριμύττον τὴν γεῦσιν
• subst. τὰ δριμύσσοντα los alimentos picantes Gr.Nyss.Beat.111.4.
2 tr. irritar, escocer
κατὰ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰσιὸν ... δριμύσσον αὐτούς
δριμύττοντα φάρμακα
medicamentos irritantesπῶς ἔσται δυνατὸν τὸν διὰ καπνοῦ παριόντα μή δριμυχθῆναι τὰς ὄψεις
οἱ δριμυττόμενοι τὰ βλέφαρα
ὑπὸ τοῦ καπνοῦ τῶν παθημάτων τὸ βλέμμα τοῦ λογισμοῦ δριμυσσόμενον
II fig.
1 irritar, exasperar
τὸν δῆμον πληγαῖς
2 conmover
δριμύσσει τὰ τοῦ πατρὸς σπλάγχνα ἡ φωνὴ τοῦ παιδός
δριμυχθεὶς φιλαδελφίας πάθει
conmovido por la compasión que inspira el amor fraterno
• en v. med.-pas. entristecerse Chrys.M.64.48.
3 en v. med. tratar con severidad