δυσαιμορράγητος
δυσαιμορράγητος, bleeding with difficulty
δῠσ-αιμορράγητος [ρᾰ], ον,
- bleeding with difficulty, Aët. 8.44.
medic. que difícilmente sufre hemorragia
κιονίς
δυσ·αιμορράγητος, ος, ον [ῠᾰ] qui saigne difficilement, Aét. 14, 5.
Étym. δ. αἱμορραγέω.
δυσαιμορράγητος, ἕδρα, wenig blutend, Aet.