εἰκαιολόγος
εἰκαιολόγος, talking at random
εἰκαιο-λόγος, ον,
- talking at random, Phld. Rh. 1.191 S. (Comp.).
charlatán, que dice tonterías, que habla por hablar
οἱ διατριβικοί
ὡς δοκεῖ τοῖς εἰκαιολόγοις
ἐὰν ... ὦσιν εἰκαιολόγοι καὶ ἀγελαῖοι
εἰκαιο·λόγος, ος, ον, qui parle sans réfléchir, Philod. V. Herc. 2, 10.
Étym. εἰκαῖος, λέγω.
εἰκαιολόγος, unbedachtsam schwatzend, Sp.