εἰκοσώρυγος
εἰκοσώρυγος, of twenty fathoms
εἰκοσώρῠγος, ον, (ὀργυιά)
- of twenty fathoms, δίκτυα X. Cyn. 2.5.
de veinte brazas de largo
δίκτυα
εἰκοσώρυγος
εἰκοσ-ώρυγος, ον
ὀργυία
- of 20 fathoms, Xen.