εἱλωτικός
εἱλωτικός, of Helots
Εἱλωτ-ικός, ή, όν,
- of Helots, τὸ Εἱ. the Helots collectively, Paus. 4.23.1; Εἱ. πλῆθος Plu. Sol. 22.
1 relativo a los hilotas, propio de los hilotas
τὸν εἱλωτικὸν πόλεμον
εἱλωτικοῦ πλήθους ... περικεχυμένου τῇ Λακεδαίμονι
• fig. propio de un esclavo
γυναικ[ῶν τ]ᾶν μᾶζα αἱλτικ[ά μι
soy el pan esclavo de las mujeres (inscripción sobre una pesa de telar)
2 subst. τὸ εἱ. el conjunto o la clase de los hilotas
τὸ εἱ. ἀφιστάντων καὶ προσδεχομένων
τούτους οἱ Λακεδαιμόνιοι προσένειμαν ἐς τὸ εἱ.
ἀνδραπόδων κτήσει τῶν τε ἄλλων καὶ τῶν εἱλωτικῶν
εἱλωτικός, ή, όν, qui concerne les hilotes, des hilotes, Plut. Sol. 21 et 22 ; τὸ εἱλωτικόν, les hilotes, Paus. 4, 23, 1.
Étym. εἵλως.
εἱλωτικός, helotisch, z.B. πλῆθος, = Εἵλωτες, Plut. Sol. 21, wie τὸ εἱλωτικόν Paus. 4.23.1.
εἱλωτικός, ή, όν
from Εἵλως
- of Helots, Plut.