εὐαμερία
εὐ-ᾱμερία, εὐ-άμερος, Dor. for εὐημ-.
εὐαμερία, v. εὐημερία.
εὐαμερία, [ᾱμ], ἡ, dor. = εὐημερία.
εὐᾱμερία
- 1good weather met., prosperity νῦν δʼ αὖτις ἀρχαίας ἐπέβασε Πότμος συγγενὴς εὐαμερίας (sc. αὐτόν) I. 1.40