Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
εὐαρίστως
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
εὐαποκύλιστος
εὐαπολόγητος
εὐαπόλυτος
εὐαπόνιπτος
εὐαπόπλυτος
εὐαπόπνοος
εὐαπόπτωτος
εὐαπόρρυτος
εὐαπόσβεστος
εὐαπόσειστος
εὐαποσείστως
εὐαπόσπαστος
εὐαποτείχιστος
εὐαπόφυκτος
εὔαρ
εὐαρδής
Εὔαρδις
εὐάρεσκος
εὐαρεστέω
εὐαρέστημα
εὐαρεστήριος
εὐαρέστησις
εὐαρεστητέον
εὐαρεστία
εὐαρεστικός
εὐάρεστος
εὐαρέστως
εὐάρητος
εὐαρίθμητος
εὐάριθμος
εὐαρίστως
εὔαρκτος
εὐάρματος
εὐαρμοστέω
εὐαρμοστία
εὐάρμοστος
εὐαρμόστως
Εὐάρνη
εὔαρνος
εὐάροτος
εὐάρτυτος
εὐαρχία
εὐαρχίζω
Εὐάρχιππος
εὐαρχισμός
εὔαρχος
Εὔαρχος
εὔας
εὐάς
εὐάσκεται
εὔασμα
εὐασμός
εὐάστειρα
εὐάστερος
εὐαστήρ
εὐαστής
εὐαστικός
εὐάτριος
εὐαύγεια
εὐαυγής
εὐαυγία
…
εὐαρίστως
Save
LSJ
εὐαρίστως, Adv., later spelling of
εὐαρέστως,
IPE
12.107 (Olbia).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}