εὐσάρκωσις
εὐσάρκωσις, fullness of flesh, good condition
εὐσάρκ-ωσις, εως, ἡ,
- = εὐσαρκία, Hp. Acut.(Sp.) 29.
εὐσάρκωσις, εως (ἡ) embonpoint, Hpc. 401, 30.
Étym. εὐσαρκόω.
εὐσάρκωσις, ἡ, = εὐσαρκία, Hippocr.