εὔσβεστος
εὔσβεστος, easily quenched
εὔσβεστος, ον,
- easily quenched, θερμασία ἔμφυτος Gal. 17(2).548; ὑπεκκαύματα ἡδονῶν Ph. 2.63.
εὔ·σβεστος, ος, ον, facile à éteindre, Phil. 2, 63.
Étym. εὖ, σβέννυμι.