ζυμωτικός
ζυμωτικός, causing to ferment
ζῡμ-ωτικός, ή, όν,
- causing to ferment, τινος Diocl. Fr. 118.
ζυμωτικός, ή, όν [ῡ] propre à faire fermenter, Diocl. (Ath. 55b).
Étym. ζυμωτός.
ζυμωτικός, [ῡ], aufblähend, Ath. II.55b, οἱ ἐρέβινθοι ζ. τῆς σαρκός.