Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ζώγη
ζώγη, plant
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ζυμώδης
ζύμωμα
ζύμωσις
ζυμωτικός
ζυμωτός
ζυτᾶς
ζυτηρά
ζυτοποιέω
ζυτοποιΐα
ζυτοποιός
ζυτοπώλιον
ζυτόπωλις
ζῦτος
ζυτουργεῖον
ζῶ
ζωά
ζωαγρία
ζωάγρια
ζωάγριον
ζωάγριος
ζωαλκής
ζῳάριον
ζωάρκεια
ζωαρκής
ζωαρκία
ζῳαρχία
ζωαρχικός
ζῴαρχος
Ζωβία
ζωγάνης
ζώγη
ζωγλύφος
ζωγονέω
ζωγορίτης
ζωγραφεῖον
ζωγραφέω
ζωγράφημα
ζωγράφησις
ζωγραφητός
ζωγραφία
ζωγραφίδες
ζωγραφικός
ζωγραφικῶς
ζωγράφισμα
ζωγράφος
ζωγρεία
ζωγρεῖον
ζωγρεύς
ζωγρεύω
ζωγρέω
ζωγρητικός
ζωγρία
ζώγρια
ζωγρίας
ζώγριον
ζῶγρον
ζῶγρος
ζωγύς
ζῳδαρίδιον
ζῳδάριον
ζῳδιακός
…
ζώγη
Save
ζώγη, plant
LSJ
ζώγη,
a kind of
plant,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}