ζωγρία
ζωγρία, a taking alive
ζωγρ-ία, Ion. -ιη, ἡ,
- taking alive, ζωγρίῃ λαβεῖν or αἱρέειν,= ζωγρεῖν, Hdt. 6.28, 37; συλλαβεῖν SIG 700.30 (Macedonia, ii B.C.) ζωγρία ἐγκρατὴς or κύριος γενέσθαι τινός, Plb. 1.9.8, 1.79.4; ζωγρία ἀνάγεσθαι or εἰσανάγεσθαι, Str. 11.11.6, Plb. 1.82.2; ζ. ἀποβαλεῖν τινα to lose him by his being captured, ib. 15.2, Str. 8.4.2; ζ. ἁλῶναι Plb. 5.86.5.
ζωγρία, ας (ἡ) c. ζωγρεία, Pol. 1, 7, 11 ; 1, 79, 4 ; Spt. 2 Macc. 12, 35 ; ζωγρίῃ λαβεῖν τινα, Hdt. 6, 28, ou αἱρέειν, Hdt. 6, 37, prendre qqn vivant ||
➳ Ion. -ίη, Hdt. 6, 28, 37.
ζωγρία, ἡ, = ζωγρεία, ζωγρίῃ λαβεῖν, αἱρεῖν, Her. 6.28, 37 u. Sp., wie Strab. VII.302 u. öfter.
ζωγρία, ἡ,
- a taking alive, ζωγρίῃ λαμβάνειν or αἱρέειν ζωγρεῖν, Hdt.