θειογενής Save LSJ Bailly 2024 Pape θειο-γενής, ές, = θεογενής, Gloss. θειο·γενής, ής, ές, né d’un dieu, Sib. 5, p. 602 (θεῖος 2, γίγνομαι). θειογενής, ές, göttliches Geschlechts, Orac.Sib.