θριαμβίς
θρῐαμβ-ίς, ίδος,
- pecul. fem. of θριαμβικός, στολή Anon. ap. Suid.
θριαμβίς, ίδος, adj. f. propre à un triomphe, triomphal, Anon. (Suid.).
Étym. θρίαμβος.
θριαμβίς, fem. zu θριαμβικός, στολή Suid.