θριδακώδης
θριδακώδης, lettuce-like
θρῐδᾰκ-ώδης, ες,
- lettuce-like, Dsc. 2.132 (Comp.).
θριδακώδης, ης, ες [ῐᾰ] semblable à de la laitue, Diosc. 2, 160.
Étym. θρίδαξ, -ωδης.
θριδακώδης, ες, salatartig, Diosc.