θρύλιγμα
θρύλιγμα, fragment
θρύλ-ιγμα [ῡ], ατος, τό,
- fragment, Lyc. 880.
θρύλιγμα, ατος (ὁ) [ῡ] fragment, morceau brisé, Lyc. 830 (Θρυλίζω 2).
θρύλιγμα, [ῡ], s. θρύλλιγμα.
θρύλιγμα, fragment