κέκραγμα
κέκραγμα, a scream, cry
κέκρ-αγμα, ατος, τό,
- scream, cry, Ar. Pax 637 (pl.).
κέκραγμα, ατος (τὸ) cri, Ar. Pax 637.
Étym. κέκραγα.
κέκραγμα, τό, das Geschrei, Ar. Pax 637.
κέκραγμα, ατος, τό,
κέκραγα, perf. of κραζω
- a scream, cry, Ar.