About Report a problem

Menu

κίραφος

κίραφος, fox

κίραφος, ὁ, and Lacon. κίρα, ἡ,
  • fox, Hsch. κίρβα, = πήρα, Id.; cf. κίββα. κιρία, v. κειρία. κίρις, v. κιρρίς.

Saved

Recent