καθεύρεμα
καθεύρεμα, invention
καθεύρεμα, ατος, τό,
- invention, LXX Si. 32(35).10(12) (but prob. καθʼ εὕρεμα).
καθεύρεμα, ατος (τὸ) [κᾰ] ce qu’on trouve, objet trouvé, Spt. Sir. 35, 9 et 12.
Étym. καθευρίσκω.
καθεύρεμα, τό, Erfindung, Sp.