Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κάθεσσαν
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καθεκτικός
καθεκτός
καθεκτῶς
καθελεῖν
καθέλῃσι
καθελίσσω
καθελίττω
καθελκόομαι
καθελκυσμός
καθελκύω
καθέλκω
κάθεμα
κάθεμεν
καθέν
καθέννυμι
καθέξει
καθεξείης
καθεξῆς
κάθεξις
καθέξω
κάθερμα
καθερπύζω
καθέρπω
κάθες
κάθεσα
καθέσαι
καθέσιμον
κάθεσις
καθεσμός
καθεσσάμην
κάθεσσαν
καθεστέον
καθέστηκα
καθεστηκότως
καθεστηκώς
καθεστήξω
καθεστήριον
καθεστιάω
καθεστώς
καθεστῶτα
καθεστώτως
καθέσω
καθέτη
καθετήρ
καθετηρίδιον
καθετηρίζω
καθετήριον
καθετήριος
καθετηρισμός
καθετηριστέον
καθέτης
καθετικός
κάθετον
κάθετος
καθευδητέον
καθευδητέος
καθεύδω
καθεύρεμα
καθευρεσιλογέω
καθευρίσκω
καθεφθέος
…
κάθεσσαν
Save
LSJ
κάθεσσαν,
καθέσσαντο
, aor. 1 of
καθίζω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}