καθιστάνω
καθιστάνω,
- = καθίστημι, inf., Is. 2.29, Lys. 26.15, 28.7, CIG 3065.22 (Teos), etc.: impf., D.S. 15.33, etc.:—also καθιστάω, SIG 531.32 (Dyme, iii B.C.); inf. -ιστᾶν D.S. 19.15; part. -ιστῶν LXX De. 17.15, -ιστῶντες (v.l. -ιστάνοντες) Act.Ap. 17.15.
καθ·ιστάνω [κᾰ] (seul. prés. Is. 2, 29 ; Lys. 171, 16, etc. ; et impf. καθίστανον, DS. 15, 33) c. καθίστημι.
καθιστάνω, = καθίστημι, Lys. 25.3, 26.15, 28.7, Isae. 2.39 u. Sp., wie DS. 15.33. Auch καθιστάω, DS. 19.15, καθιστῶντες NT.
καθιστάνω
= καθίστημι Lys.