Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καθοδοιπορέω
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κάθιξις
καθιξῶ
καθιππάζομαι
καθιππάζω
καθίππευσις
καθιππεύω
καθιπποκρατέω
καθιππομαχέω
καθιπποτροφέω
καθίπταμαι
καθίπταξις
κάθισαν
κάθισις
κάθισμα
καθίσταμι
καθιστάνω
καθιστάω
καθιστέον
καθίστημι
καθιστήριον
καθιστίασις
καθιστιάω
καθιστορέω
καθίστρα
καθό
καθοδηγέω
καθοδήγησις
καθοδηγία
καθοδηγός
καθόδιον
καθοδοιπορέω
κάθοδος
καθοίμην
καθολικός
καθολικῶς
καθολκεύς
καθολκή
καθολκός
καθόλου
κάθομα
καθομάδα
καθομαλίζω
καθομηρεύω
καθομηρίζω
καθομιλέω
καθομοιόω
καθομολογέω
καθομολογία
κάθομον
καθόπερ
καθοπλίζω
καθόπλισις
καθοπλισμός
καθοπτεύει
καθορατικός
καθοράω
καθορίζω
καθοριστικός
καθοριστικῶς
καθορμάω
καθορμέω
…
καθοδοιπορέω
Save
LSJ
καθοδοιπορέω, strengthd. for
ὁδοιπορέω,
Erot.
Fr.
36.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}