καθιστήριον
καθιστήριον, seat
καθιστήριον, τό,
- seat, Sch. Ar. Ec. 729, Hsch. s.v. δίφρον.
καθιστήριον, τό, der Sitz, von καθίζω, Schol. Ar. Eccl. 729.
καθιστήριον, seat