καιρωστρίς
καιρωστρίς, woman-weaver
καιρ-ωστρίς or καιρ-ωστίς, ίδος, ἡ,
- woman-weaver, Call. Fr. 356, Hsch.
καιρωστρίς, ίδος, ἡ, die Weberin, VLL ; vgl. Lobeck zu Phryn. 257.
καιρωστρίς, woman-weaver