καιρομανέω
καιρομανέω, guide in season
καιρομᾰνέω, prob. f.l. for καιρονομέω,
- guide in season, εἰς τέχνην ὄρνιν ἐκαιρονόμεις (-μάνεις cod.) AP 9.272 (Bianor).