κακοεργασία Save LSJ Bailly 2024 Pape κᾰκο-εργᾰσία, ἡ, = κακεργασία, Lesb.Rh. 3.7. κακο·εργασία, ας (ἡ) [ᾰγᾰ] méfait, Lesbon. rh. 3, 7 Kiehr. Étym. κ. ἐργάζομαι. κακοεργασία, ἡ, Uebeltat, Lesbon.