κακοθαλπής
κακοθαλπής, warming badly
κᾰκο-θαλπής, ές, (θάλπω)
- warming badly, Hsch. s.v. δυσθαλπέος.
κακοθαλπής, ές, schlecht wärmend, Hesych.
κακοθαλπής, warming badly