κακόβλαστος Save Bailly 2024 Pape κακό·βλαστος, ος, ον [ᾰ] (seul. cp. -ότερος) c. le préc. Th. H.P. 4, 14, 1. κακόβλαστος, schlecht, schwer keimend, im Komparat. κακοβλαστότερος, Theophr.