καλλίχειρ
καλλίχειρ, with beautiful hands
καλλί-χειρ [ῐ], χειρος, ὁ, ἡ,
- with beautiful hands, ὠλέναι Chaerem. 14.7.
καλλί·χειρ, χειρος (ὁ, ἡ) [ῐ] aux belles mains, Chærém. (Ath. 608c).
Étym. κ. χείρ.
καλλίχειρ, χειρος, schönhändig, ὠλένη Chaerem. bei Ath. XIII.608c.