καλλιτόκος Save LSJ Bailly 2024 Pape καλλῐ-τόκος, ον, = καλλίτεκνος, Hsch. καλλι·τόκος, ος, ον [ῐ] qui met au monde de beaux enfants, Christ. Ecphr. 132. Étym. κ. τίκτω. καλλιτόκος, = καλλίτεκνος, Christod. ecphr. 132.